ἐστώ

ἐστώ, οῦς, , [dialect] Dor. for οὐσία (
A substance), opp. μορφή, Archyt. ap. Stob.1.40.2, Philol.6.
II Pythag., dyad, Phot.Bibl.p.143 B.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εστώ — ἐστώ, οῡς, ἡ (Α) δωρ. τ. τού ον. ουσία 1. αντίθ. τού μορφή 2. (στους Πυθαγορείους ως φιλοσ. όρος) η δυάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < γ εν. ενεστ. οριστ. εστί τού ρ. ειμί] …   Dictionary of Greek

  • έστω — (γ εν. πρόσωπο του είμαι), ας είναι: Θέλωένα υπάλληλο, έστω και παιδί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έστω — βλ. είμαι …   Dictionary of Greek

  • ἔστω — εἰμί sum pres imperat act 3rd sg ἵστημι make to stand aor ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη εἷς κοίρανος ἔστω, εἷς βασιλεύς. — См. Самодержавие …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • μέγιστα και ελάχιστα — Έστω μια πραγματική συνάρτηση f, ορισμένη σε ένα υποσύνολο I του συνόλου των πραγματικών αριθμών. Ένας πραγματικός αριθμός m θα λέμε ότι είναι το ολικό μέγιστο ή αντίστοιχα το ολικό ελάχιστο της f, αν και μόνον αν για κάθε x∈Ι ισχυει: f(x) ≤ m,… …   Dictionary of Greek

  • ολοκλήρωμα — Έστω f μια πραγματική συνάρτηση της πραγματικής μεταβλητής x, ορισμένη σε ένα κλειστό διάστημα, έστω I, με άκρα του α, β (α < β). Υποθέτουμε ότι η συνάρτηση f είναι φραγμένη, δηλαδή ότι υπάρχει κάποιος k ≥ 0, έτσι ώστε να ισχύει f(x ≤ 0), για… …   Dictionary of Greek

  • συνάρτηση — Έστω A, B σύνολα, διαφορετικά από το κενό. Ας είναι ακόμα σ μια σχέση από το Α στο Β, σ: A > Β. Αν η σχέση αυτή είναι μονοσήμαντη, τότε (και μόνο) λέμε ότι είναι μια συνάρτηση από το Α στο Β. Το σύνολο των x από το Α, που είναι τέτοια, ώστε να …   Dictionary of Greek

  • περιβάλλουσα — Έστω (1): f(x, ψ, t) = 0 ότι είναι η αναλυτική παράσταση μιας οικογένειας καμπυλών του επιπέδου xψ, t μια παράμετρος. Αν η συνάρτηση f ικανοποιεί ορισμένες συνθήκες (παραγωγισιμότητας και συνέχειας), τότε υπάρχει μία (και μόνο) «καμπύλη» (π) του… …   Dictionary of Greek

  • μεταθετική ιδιότητα — Έστω ένα σύνολο I και έστω ότι στο σύνολο αυτό έχει οριστεί μια κάποια πράξη, την οποία μπορούμε να συμβολίσουμε με το σύμβολο •. Θα λέμε ότι η πράξη • είναι μ., αν και μόνον αν για κάθε α και για κάθε β από το I ισχύει ότι: α • β = β • α. Αν I,… …   Dictionary of Greek

  • συνημίτονο και συνημιτονοειδής — Έστω κύκλος 0 (σχ. 1) με ακτίνα μέτρου ρ και ένα ορθογώνιο καρτεσιανό σύστημα αναφοράς, xOy. Έστω θετική φορά περιστροφής στο επίπεδο xOy η αντίθετη με τη φορά, που έχει η κίνηση των δεικτών του ρολογιού και μια γωνία xOA με αλγεβρική τιμή α.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.